Δημοτική Ενότητα Φαρκαδόνας

Κοινότητες

ΦΑΡΚΑΔΟΝΑ

Η Φαρκαδόνα βρίσκεται νοτιοανατολικά του νομού των Τρικάλων, στο τελευταίο άκρο του που συνορεύει με τους νομούς Καρδίτσας και Λάρισας. Είναι κτισμένη στα ριζά του βουνού Ακαμάτη(υψ. 452μ.) που αποτελεί τελευταία κατάληξη των Αντιχασίων. Βρίσκεται σχεδόν στη μέση της Εθνικής οδού Τρικάλων-Λάρισας και πολύ κοντά στις εκβολές του ποταμού Πηνειού. Ο σημερινός οικισμός της Φαρκαδόνας μνημονεύεται για πρώτη φορά την περίοδο της Τουρκοκρατίας με το όνομα Τζιγότι. Ο χρόνος ίδρυσής του δεν είναι γνωστός, ωστόσο αναφέρεται σε απογραφή του 1485,οπότε συμπεραίνουμε ότι ιδρύθηκε πριν από αυτό το έτος. Γνωστότερη μέχρι σήμερα είναι η ονομασία Τσιότι που αν αναλυθεί, χωρίζεται σε δύο μέρη τσι και οτ που σημαίνουν στα τούρκικα χλωρό χορτάρι.

Ο Δήμος Φαρκαδόνας, ο οποίος εξέλαβε το όνομά του από την αρχαία πόλη Φαρκαδών, συστήθηκε στις 31 Μαρτίου 1883 σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα. Η ονομασία επιλέχθηκε ύστερα από έρευνα της αρχαιότητας στα πλαίσια των Μεγάλων Ιδεών του Βασιλέως. Είχε δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα γενικότερο κλίμα επιστροφής στο ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας με τη χρήση αρχαίων ονομάτων στους Δήμους. Σκοπός της τάσης αυτής ήταν να λησμονηθεί οτιδήποτε θύμιζε την Τουρκοκρατία και να προωθηθεί η εικόνα μιας κλασσικής Ελλάδα. Ως σφραγίδα του δήμου επιλέχθηκε, και υφίσταται ακόμη και σήμερα, η κεφαλήν ίππου, που καθορίστηκε επίσης με Β.Δ., στις 19 Αυγούστου 1883. Το έμβλημα προήλθε από αρχαίο νόμισμα του 480-400π.Χ.

Έδρα του Δήμου ορίστηκε το Μεγάλο Τσιότι. Ο Δήμος περιελάμβανε τα χωριά: Τσιότι Μεγάλο, Τσιότι Μικρό, Ζάρκον, Γριζάνον, Βόριαννη, Κεραμίδι, Βοστίδι, Κλοκωτό, Μπάγια, Γεωργανάδες, Μπάνεσι και Νιοχώρι. Αργότερα συμπεριλήφθηκαν και πλήθος οικισμών και μονών της περιοχής. Το 1886 ζούσαν στο Τσιότι 520 κάτοικοι και λειτουργούσαν σ’ αυτό 4 χάνια, 4 φούρνοι και ένας νερόμυλος με 3 μυλόπετρες. Το 1901 στο Μεγάλο Τζιότι οι κάτοικοι ανήλθαν σε 1.108. Ο Δήμος καταργήθηκε το 1912 και ιδρύθηκε η Κοινότητα Τσιοτίου, μαζί με το συνοικισμό Τσιοτούλι. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1946 ιδρύθηκε Δήμος Τσιοτίου και το 1955 ο οικισμός Τσιότι μετονομάσθηκε σε Φαρκαδόνα και ο Δήμος του σε Δήμο Φαρκαδόνας. Σε αυτόν συμπεριλήφθηκε και ο συνοικισμός Βρυκολάκια.

Τέλος, η μορφή του Δήμου άλλαξε και πάλι με τον «Νόμο Καποδίστρια» του 1997, περί συνένωσης των Κοινοτήτων σε μεγαλύτερους Δήμους. Στον Δήμο Φαρκαδόνας προσαρτήθηκαν οι Κοινότητες: Παναγίτσας, Γριζάνου, Αχλαδοχωρίου, Διασέλλου, Ζάρκου, Πηνειάδας και Κεραμιδίου, οι οποίες ονομάστηκαν δημοτικά διαμερίσματα. Η διοικητική αυτή διαίρεση καταργήθηκε το 2011 και τη θέση της πήρε η σημερινή μορφή του Δήμου, σύμφωνα με το «Πρόγραμμα Καλλικράτης».

Μπορείτε να επισκεφτείτε:
Πολιτιστικά μνημεία

  • Τον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου
  • Την αρχαία πόλη της Φαρκαδόνας
  • Το ναό του Απόλλωνα
  • Το ναό του Αγ. Νικολάου στα δυτικά της πόλης με τοιχογραφίες του 1612


ΠΗΝΕΙΑΔΑ

Έγινε αυτοτελής κοινότητα το 1948 και έχει υψόμετρο 100μ. Το όνομά της το αποκτά το 1945 και το οφείλει στον Πηνειό ποταμό που περνά κάθετα και νότια του οικισμου.

Μπορείτε να επισκεφτείτε:
Πολιτιστικά μνημεία

  • Την αρχαία πόλη Άτραξ με ιστορία από τον 5ο αιώνα. Από την άλλοτε ακμάζουσα πόλη σώζονται σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση αρχαία και βυζαντινά τείχη, τα οποία με την διάνοιξη κατάλληλης οδού μπορεί να γίνουν επισκέψιμα.


ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ

Είναι κτισμένη ΒΔ της Φαρκαδόνας και έχει υψόμετρο 110μ. Άλλοτε λεγόταν και "Τσιότι". Πήρε το όνομα του από την Παναγία γιστί σε απόσταση 1500μ. βρίσκεται το εξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

Μπορείτε να επισκεφτείτε:
Πολιτιστικά μνημεία

  • Την Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, (1761 μ.Χ.). Είναι κτισμένη σε ένα ειδυλιακό τοπίο της οροσειράς των Αντιχασίων. Σώζεται μόνο το καθολικό ενώ τα κελιά και οι άλλες μοναστηριακές εγκαταστάσεις κάηκαν το 1949.
  • Τους Ιερούς Ναούς του Αγίου Δημητρίου (1880) και του Αγίου Νικολάου.
  • Τον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής που χρονολογικά τοποθετείται στον 13ο αιώνα με αρχιτεκτονικά στοιχεία των παλαιοχριστιανικών χρόνων.


ΚΕΡΑΜΙΔΙ

Το Κεραμίδι είναι χτισμένο στη συμβολή των ποταμών Ενιπέα και Πηνειού, και είναι το μοναδικό χωριό του δήμου Φαρκαδόνας που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του ποταμού Πηνειού στα όρια του δήμου με το Ν. Καρδίτσας. Δημιουργήθηκε το 1850-1870 από τους κατοίκους του άλλοτε συνοικισμού "Δουβλατάνι" Καρδίτσας. Το Δουβλατάνι αποτελεί χειμαδιό λιβάδι των κτηνοτρόφων. Έγινε κοινότητα το  1912. Το όνομα το πήρε γιατί στην περιοχή έφτιαχναν κεραμίδια. Οι κάτοικοι τιμούν με λαμπρό πανηγύρι τη μνήμη του Αγίου Χαραλάμπου, που είναι και ο προστάτης τους. Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Μεγάλο γεφύρι του Κεραμιδίου γνωστό στην περιοχή και ως Παλιογέφυρο, βρίσκεται στην έξοδο του χωριού προς το νότο. Γεφυρώνει τον ποταμό Ενιπέα και εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία με την Καρδίτσα και τη Λάρισα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Δεν είναι γνωστό πότε κατασκευάστηκε, αλλά πιθανολογείται μεταξύ 13ου και 16ου αιώνα. Αρχικά είχε 4 τόξα, αλλά σήμερα απέμειναν 3, μετά την ανατίναξή του αριστερού τόξου που ήταν το μεγαλύτερο, από τους Γερμανούς το 1941. Τα τόξα είναι ημικυκλικά με δύο ανακουφιστικά ανοίγματα στα βάθρα. Το δεξιό βάθρο στηρίζεται σε βράχο ενώ τα άλλα θεμελιώθηκαν στο χώμα. Το μεγαλύτερο τόξο είναι το μεσαίο, με άνοιγμα 8,6 μ. και ύψος 6,2 μ. Τα άλλα δύο έχουν άνοιγμα 7,2 μ. και ύψος 5,9 μ. Το συνολικό μήκος του είναι 40 μ. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ασβεστόλιθος από τους γειτονικούς λόφους.

Το γεφύρι του Αλή-Εφένδη, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται πριν από το χωριό όπως ερχόμαστε από την Φαρκαδόνα δεξιά της τσιμεντένιας γέφυρας, στη θέση «Βαζούρια». Γεφυρώνει παραπόταμο του Πηνειού, δίπλα από τον ποταμό Ενιπέα. Εξυπηρετούσε τη συγκοινωνία των χωριών της Καρδίτσας με τη Φαρκαδόνα και τη Λάρισα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Χτίστηκε στην εποχή της τουρκοκρατίας, σε άγνωστη χρονολογία. Είναι το μοναδικό πεντάτοξο γεφύρι που σώζεται ολόκληρο, στον νομό Τρικάλων. Τα τόξα του ημικυκλικά και έχουν όλα άνοιγμα 4 μ. και ύψος 2 μ. Το συνολικό μήκος του γεφυριού είναι 32 μ. Το κατάστρωμα του είναι καλυμμένο με χώμα και αγριόχορτα. Κατασκευάστηκε με λευκό ασβεστόλιθο της περιοχής.



ΔΙΑΣΕΛΟ

Είναι το βορειότερο χωριό της Δημοτικής Ενότητας Φαρκαδόνας και έχει υψόμετρο 500μ. Παλιότερα ονομαζόταν "Πανίτσα" και το 1930 ονομάστηκε Διάσελλο. Αποτελεί δε ένα από τα μεγαλύτερα κτηνοτροφικά πάρκα του Δήμου αλλά και του νομού Τρικάλων.

Μπορείτε να επισκεφτείτε:
Πολιτιστικά μνημεία

  • Τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ναός του 1843 που δυστυχώς καταστράφηκε και αποκαταστάθηκε τα τελευταία χρόνια.
  • Τα ίχνη του αρχαίου κάστρου της Κλασσικής Ελληνισστικής Εποχής στα βόρεια του χωριού δίπλα από τον παραπόταμο του Σαρανταπόρου, ο οποίος δημιουργεί φυσικό πέρασμα προς την περιοχή Ελασσόνας.
  • Το ναό του Αγ. Νικολάου στα δυτικά της πόλης με τοιχογραφίες του 1612


ΖΑΡΚΟ

Το Ζάρκο (γνωστό και ως Ζάρκος), βρίσκεται δυτικά της Λάρισας, βορειοδυτικά της Καρδίτσας και ανατολικά των Τρικάλων. Δεσπόζει στην πεδιάδα της Θεσσαλίας, προστατευμένο από ψηλά, γυμνά βουνά.

Το αρχαίο όνομα του χωριού ήταν «Φαϋττός», ονομασία που θεωρείται από κάποιους συγγραφείς παραφθορά του «Φαιστός». Πηγές αναφέρουν πως στους Βυζαντινούς χρόνους η άλλοτε πόλη των Φαϋττίων ήταν γνωστή ως «Γαρδίκι». Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο πότε το χωριό ονομάστηκε «Ζάρκο».

Για την ονομασία «Ζάρκο», οι εκδοχές είναι αρκετές και ενδιαφέρουσες. Λέγεται ότι το όνομα προέρχεται από τα πολλά ζαρκάδια που υπήρχαν παλιά στην περιοχή ή πως το όνομα προέρχεται από τοπικό ιδιωματισμό, καθώς στα ορεινά των Τρικάλων η λέξη «ζάρκο» σημαίνει «γυμνό», όπως είναι τα βουνά του. Η πιο πιθανή εκδοχή, αποδίδει το όνομα στον Σέρβο στρατηγό Κωνσταντίνο Ζάρκο Δραγάση, ηγεμόνα της επαρχίας του Αξιού και της Θεσσαλίας τον 14ο αιώνα.

Η περιοχή κατοικήθηκε από παλαιότατων χρόνων. Ευρήματα δείχνουν την παρουσία ανθρώπων από την αρχαιότερη νεολιθική εποχή (6000-5000 π.Χ.). Σημαντικότατα ευρήματα για τη ζωή και τις συνήθειες των κατοίκων έφεραν στο φως οι ανασκαφές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου. Προσφορά στη θεμελίωση σπιτιού (πήλινο πρόπλασμα σπιτιού με ειδώλια) και ειδώλια στο χώρο του νεκροταφείου, το παλαιότερο κανονικό, μακριά από οικισμό. Έκαιγαν τους νεκρούς και έθαβαν τα οστά μέσα σε αγγεία, με ένα μικρότερο πλάι, για κτέρισμα. Ουσιαστικά είναι το πρώτο και το πιο σημαντικό σημάδι πολιτισμού στην ευρύτερη περιοχή. Σήμερα η περιοχή του προϊστορικού οικισμού παρουσιάζεται με τη μορφή λοφίσκου ύψους περίπου 5μ. και διαμέτρου 200μ.

Στην περιοχή του Ζάρκου, κοντά στο σημερινό οικισμό και στη θέση Κρύα Βρύση, εντοπίζεται η αρχαία πόλη Φαϋττός, σημαντικό κέντρο στη περιοχή, όπως δείχνουν λείψανα οχυρώσεων και ευρήματα, αλλά και φιλολογικές αναφορές. Μάλιστα το 1883, κατά τη διάρκεια ανασκαφών ήρθε στο φως μαρμάρινη επιγραφή του 48 π.Χ., ύψους 0,72 μ, πάνω στην οποία είναι γραμμένο ένα ψήφισμα της πόλης προς τον Γοργία τον Γυρτώνιο. Επίσης έχουν ανακαλυφθεί στο Ζάρκο, πάρα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από διάφορες χρονολογικές περιόδους. Το 1957 κατά τη διάνοιξη του υδραγωγείου του χωριού, βρέθηκε στον περίβολο τοπικής εκκλησίας πήλινο πιθάρι γεμάτο χρυσά μακεδονικά τάλαντα με την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που χρονολογούνται γύρω στο 264 π.Χ. Τα ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου.

Το Ζάρκο απελευθερώθηκε από την τουρκική κυριαρχία το 1881 μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας. Μετά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1896 η περιοχή αποτέλεσε μέρος των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών. Ακόμα και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να δει τα δύο φυλάκια που όριζαν τα τότε σύνορα, το Ελληνικό και το Τούρκικο. Τη δεκαετία του 1950 στο χωρίο υπήρχαν 2 στρατόπεδα καθώς υπήρξε βάση του Ελληνικού Στρατού.

Ο ενοριακός ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι 7 εκκλησιές του Ζάρκου και ειδικότερα του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Γεωργίου που, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, λειτούργησαν ως κρυφά σχολειά. Η παλιά ενοριακή εκκλησία που χρονολογείται από τον 16° αιώνα, λειτουργεί σήμερα ως βυζαντινό μουσείο.

Στις πλαγιές της Κούτρας, 2500 μέτρα έξω από το χωριό, υπάρχει η μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Χτίστηκε κατά τον 18ο αιώνα και λειτουργούσε ως ανδρικό μοναστήρι μέχρι το 1897, όταν και καταστράφηκε από τον οθωμανικό στρατό κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Προ δεκαετίας ανακαινίστηκε και πλέον το μοναστήρι λειτουργεί ως γυναικείο. Το καθολικό είναι ναός αθωνικού τύπου, σταυροειδής εγγεγραμμένος, με νάρθηκα στα δυτικά. Ανήκει στην παραλλαγή των σύνθετων τετρακιόνιων και έχει επιμηκυσμένη τη δυτική κεραία του σταυρού. Στο ναό διατηρούνται τοιχογραφίες που χρονολογούνται γύρω στο 18ο αιώνα. Ακόμη, υπάρχει ξυλόγλυπτο τέμπλο και φορητές εικόνες οι οποίες ανάγονται στον 17ο αιώνα.



ΓΡΙΖΑΝΟ

Το Γριζάνο βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Κάστρο ανατολικά των Αντιχασίων στα όρια του Νομού Τρικάλων με το Νομό Λάρισας. Χωριό με πλούσια αρχαία και βυζαντινή ιστορία βρίσκεται σε ένα γραφικό τοπίο.

Στο παρελθόν κεντρικό ρόλο έπαιζε το κάστρο του Γριζάνου που επόπτευε μεγάλο μέρος του κάμπου της Θεσσαλίας και προστάτευε από τους επιδρομείς, που έρχονταν τόσο από το βορρά όσο και από τη Δύση και δίκαια θεωρείται το σπουδαιότερο αμυντικό φρούριο της βυζαντινής εποχής. Υψώνεται βορειοανατολικά του χωριού, με περίμετρο πολλών χιλιομέτρων και ύψος στη βόρεια πλευρά του 7-8 μέτρα. Αποτέλεσε στρατηγικό σημείο περάσματος από Όλυμπο, Ελασσόνα προς τη δυτική Θεσσαλία. Το κάστρο του Γριζάνου περιέκλειε μεγάλη έκταση και μαζί τις πηγές του βουνού όπου υπήρχε πέτρινο μονοπάτι το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, από το οποίο κατέβαιναν οι στρατιώτες και έπαιρναν νερό. Την περίοδο των σλάβικων επιδρομών υπήρχε μεγάλος αριθμός στρατιωτών και δόθηκαν αρκετές μάχες. Αυτό βεβαιώνεται από τους Βυζαντινούς τάφους που βρέθηκαν στη γύρω περιοχή όταν ο ελληνικός στρατός το 1912 διάνοιγε το δρόμο για να ανεβάσουν τα κανόνια από το Γριζάνο στο Μεγάλο Ελευθεροχώρι και στη συνέχεια προς την Ελασσόνα όπου δόθηκε η μάχη του Σαρανταπόρου. Οι πρόγονοι των Γριζανιτών καταμαρτυρούν ότι ο Ιουστινιανός διερχόμενος από την περιοχή, κατασκεύασε το φρούριο στο σημείο αυτό για να αντιμετωπίζονται ευκολότερα οι επιδρομές των Σλάβων. Κατασκευάστηκε το 600 μ.Χ. και διατηρήθηκε μέχρι τον 14ο αιώνα.

Κατά την αρχαιότητα υπήρχε γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός και ονομαζόταν Βλύζας ή Βλύζανος από το όνομα του άρχοντα ο οποίος δημιούργησε τον οικισμό και ονομαζόταν έτσι εξαιτίας του άφθονου νερού που «βλύζει» (αναβλύζει) στους πρόποδες του βουνού. Την ύπαρξη του οικισμού καταμαρτυρούν το ύψωμα Ράχη (Μαγούλα – Ακρόπολη) όπου εκείνη την περίοδο υπήρχε αγροτικός οικισμός καθώς και τα ερείπια κοντά στις πηγές του Κάστρου. Η ονομασία του οικισμού επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση αρχαίας επιγραφής, πιθανότατα από κάποιο κτίριο εκείνης της περιόδου, η οποία είναι τοποθετημένη ως αέτωμα στην είσοδο του ιερού ναού Αγίου Νικολάου.

Οι κάτοικοι του Γριζάνου, οι Βλυζαίοι όπως λέγονταν, μαζί με τους Οιχαλείς, τους Φαρκαδόνιους και τους Φαετούς πήραν μέρος στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Βασιλείου Μπέη η ξυλεύσεως ύλη για την κατασκευή των 30 πλοίων με τα οποία συμμετείχαν οι Θεσσαλοί μεταφέρθηκε από τα βουνά των Αντιχασίων διά μέσου του Νεοχωρίτη ποταμού και του Πηνειού στις εκβολές όπου ήταν τα ναυπηγεία της εποχής.

Σημείο αναφοράς αποτελεί η παλιά εκκλησία, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, μετόχι της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, βρίσκεται μόλις 300 μέτρα από το Γριζάνο και επισκευάστηκε στις αρχές του 19°ν αιώνα (1710) από τον γέρο-Λίτσιο Μιχαλάκη. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να εμποδίσουν τις εργασίες, όμως ο Άγιος Δημήτριος έδειξε το θαύμα του. Όλα τα άλογα των Τούρκων έπεσαν στο γκρεμό, χωρίς όμως να πάθουν τίποτε. Το 1894 προσαρτήθηκαν στο μοναστήρι ως μετόχια τρία άλλα γειτονικά μοναστήρια, ήτοι της Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Ζάρκου και της Γέννησης της Θεοτόκου Ορφανού Οιχαλίας. Το 1901 το μοναστήρι προσαρτήθηκε στη μονή Αγίου Ζάρκου μαζί με τα μοναστήρια Παναγίτσας και Οιχαλίας. Στην Κατοχή λεηλατήθηκε. Το Μοναστήρι είχε πολλά κτήματα και κυρίως αμπέλια. Στον περίβολο υπήρχε βρύση αστείρευτη. Πότε ακριβώς κτίστηκε, δεν είναι γνωστό.

Η τοξωτή είσοδος του περιβόλου της μονής βρίσκεται προς Δυτικά πάνω δε από αυτή ανοίγεται τοξωτή κόγχη με φθαρμένη τοιχογραφία τον Αγίου Δημήτριου και των Αγίων Γεωργίου και Νέστορα. Αριστερά της εισόδου υπάρχει πύργος. Τα κελιά καταλαμβάνουν την βορειοδυτική και την ανατολική πλευρά της μονής. Το καθολικό είναι μονόκλιτο με προστώο στη νότια πλευρά. Έχει δύο εισόδους, μια στη δυτική και μια στην νότια πλευρά στο υπέρθυρο της οποίας είναι χαραγμένη η χρονολογία Ι710. Ψηλότερα ανοίγεται τυφλή κόγχη με τόξο διπλής καμπυλότητας και τοιχογραφία τον Αγίου Δημητρίου. Αριστερά της νότιας εισόδου υπάρχει κρήνη αποτελούμενη από τυφλό αψίδωμα στο τύμπανο του οποίου ανοίγεται τυφλή οξυκόρυφη κόγχη. Στην κόγχη τον Αγίου Βήματος υπάρχει χαμηλά κτιστό πεζούλι. Πάνω από την κόγχη ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στο τετρατοσφαίριο της κόγχης η Πλατυτέρα με 4 προφήτες και πιο κάτω μικρογράμματη επιγραφή. Όλα τα τοιχώματα στον κυρίως ναό είναι καλυμμένα με τοιχογραφίες. Σ’ αυτές εικονίζονται Οι Θεσσαλοί Ιεράρχες – Άγιος Οικουμένιος Τρίκκης, Αχίλλειος Λαρίσης, Βησσαρίων Λαρίσης και Σεραφείμ Φαναρίου και Νεοχωρίου. Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι τοποθετημένες 5 εικόνες. Σε μια απ’ αυτές ο Πρόδρομος με μικρογράμματη αφιερωματική επιγραφή την 1820 και σ’ άλλη ο Προφήτης Ηλίας με μικρογράμματη επιγραφή και πίσω από την εικόνα η χρονολογία 1820. Το ίδιο παρατηρείται και στο παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης. Ο τελευταίος καλόγερος του Μοναστηρίου αποχώρησε το 1946.



ΑΧΛΑΔΟΧΩΡΙ

Σημείο αναφοράς αποτελεί ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται βόρεια του οικισμού Αχλαδοχωρίου πίσω από τον σύγχρονο ενοριακό ναό. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μνημεία μιας σπάνιας αρχιτεκτονικής, σταυρεπίστεγος ναός με νάρθηκα στη δυτική πλευρά, στον Θεσσαλικό χώρο. Αποτελείται από τον βυζαντινό σταυρεπίστεγο κυρίως ναό και τις μεταγενέστερες προσθήκες στα δυτικά του, δηλαδή δυο συνεχόμενους χώρους που ο καθένας τους φέρει κατά μήκος της νότιας πλευράς ανοιχτή στοά και όλα μαζί έχουν κοινή ξυλόστεγη δίρριχτη στέγη. Σύμφωνα με την κατάταξη του Α. Ορλάνδου, για τους σταυρεπίστεγους ναούς της Ελλάδος, ο τύπος του ναού ανήκει στον τύπο Α1 που είναι και ο αρχαιότερος και ανάγεται στον 13ο και 14ο αιώνα.

Ο καθηγητής Ν. Νικονάνος που μελέτησε το μνημείο και με βάση τα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία, (η γλυπτική διακόσμηση, τα λίγα αλλά σωστά τοποθετημένα κεραμοπλαστικά κοσμήματα, η τοιχοδομία και η κυματοειδής μορφή των απολήξεων των στεγών) τοποθετεί την ανέγερσή του, στην τελευταία δεκαετία του 13ου αιώνα. Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με μεταγενέστερες τοιχογραφίες (18ος αι.).

Οι εργασίες στερέωσης – αποκατάστασης του ναού, που πραγματοποιήθηκαν άλλαξαν όλη την εικόνα του Ναού τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, συμβάλλοντας στην επαναλειτουργία του μνημείου και την ένταξή του στην πολιτιστική – τουριστική διαδρομή Λάρισα – Τρίκαλα – Μετέωρα. Πραγματοποιήθηκαν από το Γ΄ ΚΠΣ με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και βάσει της εγκριτικής Απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, με αυτεπιστασία από την 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Επίσης, να σημειώσουμε πως το έργο: « Αποκατάσταση Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Δ. Δ. Αχλαδοχωρίου Δ. Φαρκαδόνας Ν. Τρικάλων», εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας της Θεσσαλίας 2000-2006, στο Μέτρο 2.10, με συνολικό προϋπολογισμό 250.000ευρώ.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η διευθύντρια της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Κρυσταλλία Μαντζανά, πραγματοποιήθηκαν εργασίες υποστύλωσης – αντιστήριξης του ναού όπως και κατασκευή αποστραγγιστικής τάφρου, των αφανών διαζωμάτων από οπλισμένο σκυρόδεμα κατά μήκος των διαμηκών και εγκάρσιων τοίχων, για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων και την καλύτερη έδραση των ζευκτών της στέγης. Στις ίδιες εργασίες ανήκει η επισκευή στέγης σταυρεπίστεγου τμήματος του ναού, η κατασκευή νέας ξύλινης στέγης στις δυο προσθήκες, όπως και η κατασκευή νέου ξύλινου στεγάστρου – κατ’ επέκταση της ενιαίας δίρριχτης ξύλινης στέγης σε αντικατάσταση της τοποθέτησης ξύλινων φουρουσιών για την προστασία του δαπέδου της ανοιχτής νότιας στοάς και της τοιχογραφίας που υπάρχει πάνω από τη νότια είσοδο με νέα. Επίσης έγινε καθαίρεση επιχρισμάτων από τις εξωτερικές όψεις των προσθηκών του κτηρίου, καθαίρεση της ανατολικής τοιχοποιίας στην νότια στοά του ναού. Έγινε κατασκευή στο σύνολο του αρχικού δυτικού τοίχου του ναού από λιθοδομή για την αντιμετώπιση των έντονων διαγώνιων ρηγματώσεων, ενώ στον κυρίως Ναό, καθώς επίσης και στις δύο προσθήκες τα υπάρχοντα δάπεδα καθαιρέθηκαν και τα δάπεδα του ιερού βήματος του κυρίως ναού και της δεύτερης προσθήκης (γ΄ φάση) στα οποία υπάρχουν μεγάλες ακανόνιστες σχιστόπλακες καθαρίσθηκαν και αρμολογήθηκαν. Τέλος έγινε μερική διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του ναού.


Μπορείτε να επισκεφτείτε:

  • Τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ο οποίος ίσως είναι των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου.
  • Το νέο ομώνυμο ναό που κτίστηκε το 1930 ο οποίος είναι τρίκλιτος με βασιλική, ξυλοστεγος μέσα στον οποίο φυλάσσεται η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας για 4 μήνες, Δευτέρα του Πάσχα μέχρι 14η Αυγούστου και παραδίδεται στους κατοίκους της Οιχαλίας (Νεοχωρίου Τρικάλων) μέχρι το επόμενο Πάσχα, σύμφωνα με παλιό θρησκευτικό έθιμο 500 χρόνων.

Δήμος Φαρκαδόνας

Η τεχνολογία στο πλευρό του πολίτη.

Θανάσης Μεριβάκης




Επικοινωνία

  info (@) farkadona.gr
  +2433350000
  +2433350018
  Φαρκαδόνα, 42031, Τρίκαλα Θεσσαλίας - Ελλάδα